Σύλλογος Δανειοληπτων Ελβετικού Φράγκου
δάνεια ελβετικό φράγκο, δάνεια  chf

****ΜΕΛΕΤΗ****ΤΡΑΠΕΖΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ ΣΕ ΕΛΒΕΤΙΚΟ ΦΡΑΓΚΟ-Η ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ ΤΟΥΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΕΝΩΣΙΑΚΟΥ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗ [

Αθανάσιος Γ. Τάκης, Δ.Ν. – Δικηγόρος, Δημήτριος Χ. Πατσίκας, Μ.Δ.Ε. – Δικηγόρος

Ι. Εισαγωγή 

Tα τραπεζικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο απετέλεσαν μια ελκυστική για τους δανειολήπτες πρακτική προ της διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης, ιδίως κατά τα έτη 2006-2008[1]. Το δάνειο, συνηθέστατα στεγαστικό, χορηγείτο σε ελβετικό φράγκο και περιλάμβανε ρήτρα σύμφωνα με την οποία το μεν ύψος του χορηγούμενου δανείου προσδιοριζόταν βάσει της τιμής αγοράς του ξένου νομίσματος την ημέρα εκταμίευσης, ενώ μετά την εκταμίευση το ποσό των μηνιαίων δόσεων, των τόκων υπερημερίας και των λοιπών εξόδων θα υπολογιζόταν με βάση την τιμή πώλησης του ξένου νομίσματος την ημέρα κατά την οποία η κάθε δόση καθίστατο ληξιπρόθεσμη. Αρχικά οι δανειολήπτες αποκόμιζαν όφελος εξαιτίας του χαμηλού επιτοκίου δανεισμού και του σχετικώς αδύναμου ελβετικού φράγκου, ήλπιζαν δε πως οι δύο αυτοί παράγοντες και ιδίως η χαμηλή ισοτιμία ελβετικού φράγκου – ευρώ, θα διατηρούνταν καθ’ όλο το διάστημα μέχρι το χρόνο της αποπληρωμής του δανείου. Ωστόσο, η χρηματοοικονομική κρίση που ενέσκηψε στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας μετέβαλε άρδην τα παραπάνω δεδομένα, με αποτέλεσμα η ισοτιμία του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ, που το έτος 2007 ανερχόταν σε 1,65, το 2012 να ανέρχεται σε 1,18. Εξαιτίας αυτής της μεταβολής, οι ιδιώτες καλούνται να αποπληρώσουν το δάνειό τους καταβάλλοντας δόσεις στο εγχώριο νόμισμα σημαντικά υψηλότερες εκείνων τις οποίες θα κατέβαλλαν εάν ο υπολογισμός είχε γίνει βάσει της ιστορικής συναλλαγματικής ισοτιμίας που ίσχυε κατά το χρόνο αποδέσμευσης του κεφαλαίου. Πρακτική συνέπεια των παραπάνω ήταν ότι το ύψος του χορηγούμενου δανείου των 100.000 ελβετικών φράγκων, υπολογισμένο με βάση την ισοτιμία της ημέρας εκταμίευσης ανερχόταν το έτος 2007 σε 60.606 ευρώ (100.000/1,65), ενώ θα θεωρείτο αποπληρωμένο με βάση την ισοτιμία της ημέρας εξόφλησης του 2012 εάν καταβάλλονταν, πλην τόκων, 84.745 ευρώ (100.000/1,18). Για δε την πληρωμή κάθε σταθερής μηνιαίας δόσης των 500 ελβετικών φράγκων ο δανειολήπτης έπρεπε να καταβάλει το έτος 2007 303 ευρώ (500/1,65) ενώ το 2012 423 ευρώ (500/1,18), ήτοι μια αύξηση περίπου 40%[2]. Τα προβλήματα που παρατηρήθηκαν εξ αντανακλάσεως ήταν τέτοια, ώστε ο τραπεζικός τομέας ορισμένων κρατών μελών να υποστεί σημαντικό πλήγμα. Τον Ιανουάριο του 2015 η κεντρική τράπεζα της Ελβετίας (SNB) εγκατέλειψε την ελάχιστη συναλλαγματική ισοτιμία των 1,20 ελβετικών φράγκων έναντι του ευρώ τερματίζοντας μια πολιτική τριών ετών που στόχο είχε να προστατεύσει την οικονομία της χώρας έναντι της ευρωπαϊκής κρίσης κρατικού χρέους[3]. Με την ισοτιμία να κυμαίνεται ακόμα και στο 1/1 (1 ελβετικό φράγκο = 1 ευρώ) η θέση των δανειοληπτών επιδεινώθηκε έτι περαιτέρω.

Σε επίπεδο κρατών μελών έχει ασκηθεί σημαντικός αριθμός αγωγών, με τις οποίες επιδιώκεται να αναγνωρισθεί ότι η προσφορά δανειακών συμβάσεων με συναλλαγματικό κίνδυνο δύναται ενδεχομένως να χαρακτηρισθεί αθέμιτη και δόλια εμπορική πρακτική, καθώς ορισμένοι καταναλωτές διαμόρφωσαν πεπλανημένη αντίληψη για τους κινδύνους που ανελάμβαναν λόγω της μη τήρησης εκ μέρους των τραπεζών του καθήκοντος που υπείχαν έναντι των καταναλωτών να τους ενημερώσουν και τους προειδοποιήσουν. Προχωρώντας ακόμη περισσότερο, ορισμένα κράτη μέλη έκριναν ότι επιβαλλόταν να τεθεί υπό έλεγχο η εμπορική προσφορά σε ιδιώτες δανείων σε νομίσματα που εμπερικλείουν συναλλαγματικό κίνδυνο[4].

Μία εξ αυτών των υποθέσεων, αφορώσα Ούγγρους δανειολήπτες, ήχθη με τη διαδικασία της προδικαστικής παραπομπής ενώπιον του Δικαστηρίου της Ένωσης, το οποίο ερμήνευσε την οδηγία 93/13 για τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων και εξέδωσε την απόφασή του στις 30 Απριλίου 2014[5]. Την κρίση του Δικαστηρίου της Ένωσης ενσωμάτωσε στο σκεπτικό της η πρώτη απόφαση ελληνικού δικαστηρίου, που έκρινε καταχρηστικό τον επίδικο όρο της εξόφλησης του δανείου με τη συναλλαγματική ισοτιμία της ημέρας καταβολής των δόσεων[6]. Παρακάτω παρουσιάζονται και σχολιάζονται κατά σειρά η απόφαση του Δικαστηρίου της Ένωσης και η απόφαση 23/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, στη συνέχεια δε ακολουθούν συμπερασματικές παρατηρήσεις.

 

ΙΙ. Η  απόφαση του ΔΕΕ της 30ής Απριλίου 2014

Ο γενικός κανόνας που θέτει η οδηγία 93/13 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές[7] είναι πως, κατ’ αρχήν, όλοι οι όροι μιας σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ ενός επαγγελματία και ενός καταναλωτή δύνανται να ελεγχθούν ώστε να διαπιστωθεί εάν αυτοί είναι καταχρηστικοί και ενδεχομένως να ακυρωθούν[8]. Πρόκειται για μια οδηγία ελάχιστης εναρμόνισης που υποχρεώνει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν διατάξεις που θα παρέχουν ένα minimum εγγυήσεων υπέρ του καταναλωτή, ο οποίος από άποψη διαπραγματευτικής ισχύος και οικονομικής δύναμης βρίσκεται κατά κανόνα σε υποδεέστερη θέση σε σχέση με τον επαγγελματία. Καθώς, όμως, η επέμβαση του νομοθέτη στο κύρος μιας συμφωνίας συνιστά ρωγμή στην αρχή της συμβατικής αυτονομίας και της ελευθερίας της βούλησης των συμβαλλομένων[9], θεσπίστηκαν ορισμένες εξαιρέσεις τόσο στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, όσο και στην έκταση του ελέγχου των όρων της σύμβασης[10]. Μία από τις εξαιρέσεις του πεδίου εφαρμογής συνιστά η πρόβλεψη ότι ελέγχονται μόνο οι ρήτρες που δεν απετέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης (άρθρο 3§1 της οδηγίας). Στη δεύτερη κατηγορία εξαιρέσεων, αυτή που αφορά την έκταση του ελέγχου, ανήκει η πρόβλεψη του άρθρου 4§2 της οδηγίας. Το άρθρο αυτό για την έκταση ελέγχου των όρων μιας σύμβασης ερμήνευσε το Δικαστήριο της  Ένωσης με την απόφασή του της 30/4/2014 με αφορμή την αντιδικία των Ούγγρων δανειοληπτών Árpád Kásler και Hajnalka Káslerné Rábai με τη δανείστρια Τράπεζα OTP Jelzálog bank Zrt.

Α. Κύριο αντικείμενο της σύμβασης

Η ερμηνευόμενη ρήτρα εξαιρέσεως του άρθρου 4§2 προβλέπει τα ακόλουθα: ‘’Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά ούτε τον καθορισμό του κυρίου αντικειμένου της σύμβασης, ούτε το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό’’. Το άρθρο αυτό καθιερώνει σωρευτικά δύο προϋποθέσεις προκειμένου ένας συμβατικός όρος να διαφύγει τον έλεγχο καταχρηστικότητας: η πρώτη προϋπόθεση αφορά το περιεχόμενό του (δηλαδή αυτός να προσδιορίζει είτε το κύριο αντικείμενο της σύμβασης είτε την αναλογία παροχής - αντιπαροχής) και η δεύτερη τη διατύπωσή του (δηλαδή αυτή να είναι σαφής και κατανοητή).

Το άρθρο 4§2 της οδηγίας είχε αποτελέσει αντικείμενο ερμηνείας ξανά το έτος 2010 στην υπόθεση Caja de Ahorros y Monte de Piedad de Madrid. Σε εκείνη την απόφαση του Δικαστηρίου διευκρινίστηκαν τα εξής: i) ότι ‘’οι ρήτρες στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 4§2, ενώ εμπίπτουν στον τομέα τον οποίο ρυθμίζει η οδηγία, δεν υπόκεινται απλώς στον έλεγχο της καταχρηστικότητας, εφόσον το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο κρίνει, κατόπιν εξετάσεως κατά περίπτωση, ότι έχουν καταρτιστεί από τον επαγγελματία με τρόπο σαφή και κατανοητό’’ (σκ. 32), ii) ότι ‘’οι ρήτρες στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 4§2 εμπίπτουν όντως στον τομέα τον οποίο ρυθμίζει η οδηγία και, ως εκ τούτου, το άρθρο 8 της οδηγίας[11] έχει εφαρμογή και ως προς τη διάταξη αυτή’’ (σκ. 35) και iii) ότι ‘’δεν πρέπει να απαγορευθεί στα κράτη μέλη να διατηρούν σε ισχύ ή να θεσπίζουν, στο σύνολο του τομέα τον οποίο ρυθμίζει η οδηγία, περιλαμβανομένου και του άρθρου 4§2, αυτής, αυστηρότερους κανόνες από εκείνους που προβλέπει η ίδια η οδηγία, υπό την προϋπόθεση ότι οι οικείες διατάξεις έχουν ως αντικείμενο τη διασφάλιση υψηλότερου επιπέδου προστασίας των καταναλωτών’’ (σκ. 40).

Εν προκειμένω, το εναγόμενο ουγγρικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα επικαλέστηκε την ανωτέρω ρήτρα εξαίρεσης ώστε ο επίδικος συμβατικός όρος, αυτός της εξάρτησης της αποπληρωμής του δανείου από την ισοτιμία του ελβετικού φράγκου, να εξαιρεθεί από τον έλεγχο καταχρηστικότητας εκ μέρους του εθνικού δικαστή, οπότε εγέρθηκε εκ νέου ζήτημα ερμηνείας του άρθρου 4§2. Εξετάστηκε, γενικά, πώς ερμηνεύονται οι δύο ως άνω προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου ένας συμβατικός όρος να εκφεύγει του ελέγχου του εθνικού δικαστή και, ειδικά, α) ως προς την πρώτη προϋπόθεση, τι συνιστά κύριο αντικείμενο της σύμβασης και τι αφορά η αναλογικότητα παροχής – αντιπαροχής και β) ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση, πότε μια ρήτρα είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό.

Το Δικαστήριο διευκρίνισε προκαταβολικά ότι θα προσεγγίσει τις προβλέψεις αυτές υπό το πρίσμα τριών ερμηνευτικών αρχών - οδηγών. Η πρώτη από αυτές είναι ότι το περιεχόμενο της ρήτρας εξαίρεσης θα ερμηνευτεί, από τη μια, ανεξάρτητα από αντίστοιχες ερμηνείες που έχουν τυχόν υιοθετήσει εθνικά δικαστήρια και, από την άλλη, ομοιόμορφα για όλη την Ένωση. Αυτήν την πάγια νομολογιακή ερμηνευτική στάση του Δικαστηρίου[12] υπαγορεύουν, πρώτον, η απαίτηση της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης και η αρχή της ισότητας και, δεύτερον, το γεγονός ότι η οδηγία δεν παραπέμπει στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του περιεχομένου της (σκ. 37 και 38). Η υπενθύμιση αυτή ήταν ιδιαίτερα σημαντική καθώς τα εθνικά Δικαστήρια ακολουθούν αποκλίνουσες ερμηνευτικές ατραπούς. Σύμφωνα με μια πρώτη τάση, την οποία ακολουθούν τα αγγλικά δικαστήρια, όλες οι σχετικές με την παροχή υποχρεώσεις καταβολής πληρούν τα κριτήρια της προβλεπόμενης από το άρθρο 4§2 εξαίρεσης, ενώ σύμφωνα με μια δεύτερη τάση, ακολουθούμενη κυρίως από τα γερμανικά δικαστήρια, υιοθετείται μια πολύ στενότερη προσέγγιση[13]. Η έτερη ερμηνευτική αρχή που διακήρυξε το Δικαστήριο είναι ότι η επίμαχη πρόβλεψη θα ερμηνευτεί λαμβάνοντας υπόψη το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και υπό το φως των σκοπών που θάλπει το νομοθέτημα. Εν προκειμένω, η οδηγία 93/13 στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής χρήζει προστασίας καθώς βρίσκεται σε υποδεέστερη κατάσταση έναντι του επαγγελματία, όσον αφορά τόσο την εξουσία διαπραγματεύσεως όσο και το επίπεδο πληροφορήσεως, κατάσταση η οποία τον υποχρεώνει να προσχωρήσει στους όρους που έχει καταρτίσει εκ των προτέρων ο επαγγελματίας, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει το περιεχόμενό τους (σκ. 39). Το Δικαστήριο τέλος υπενθύμισε, ως τρίτη ερμηνευτική αρχή, ότι το άρθρο 4§2 θεσπίζει μια εξαίρεση από το γενικό κανόνα και επομένως του αρμόζει η συσταλτική ερμηνεία (σκ. 42).

Στη βάση των παραπάνω τριών ερμηνευτικών οδηγών το Δικαστήριο διασαφηνίζει τι συνιστά ‘’κύριο αντικείμενο της σύμβασης’’, έχοντας υπογραμμίσει νωρίτερα ότι οι ρήτρες που έχουν αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης δεν εμπίπτουν κατ’ αρχήν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας (κατά τον ορισμό του 3§1) και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εξαίρεσής τους από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4§2. Μέσω μιας ευρείας ερμηνείας του πεδίου εφαρμογής, η αρχικά περιορισμένη απήχηση της οδηγίας 93/13 επεκτείνεται διαρκώς και δημιουργείται σταδιακά ένα κοινό ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων, που ρυθμίζει ομοιόμορφα ουσιαστικές και δικονομικές πτυχές των συμφωνιών μεταξύ επαγγελματιών και καταναλωτών[14]. Το κύριο αντικείμενο της σύμβασης προσδιορίζεται από τις συμβατικές ρήτρες που αντικειμενικά καθορίζουν τις κύριες παροχές της σύμβασης, συνέχονται με το είδος, την έκταση και την ποιότητα των ανταλλασσόμενων παροχών, χαρακτηρίζουν τη σύμβαση και δεν έχουν δευτερεύοντα χαρακτήρα. Η έννοια της αντικειμενικότητας συνδέεται με το τι θεωρεί ένας εξωτερικός και αμερόληπτος κριτής αντικείμενο της σύμβασης και αποσυνδέεται από τα παραγωγικά αίτια της βούλησης των μερών. Ο νομοθέτης εξέφρασε την πρόθεσή του να μη θιγεί ο πυρήνας της συμβατικής σχέσης (essentialia negotii), εφόσον αυτός έχει ορισθεί με σαφείς και κατανοητούς όρους[15]. Με το ίδιο πνεύμα αλλά με αντίστροφη φορά, ο ΓΕ προτείνει να εξετάζεται αν η έλλειψη της επίμαχης ρήτρας θα προκαλούσε την απώλεια ενός εκ των θεμελιωδών χαρακτηριστικών της σύμβασης ή την αδυναμία εκτέλεσης των λοιπών συμβατικών όρων[16]. Συναφώς πρέπει να ελέγχεται η φύση, η όλη οικονομία και οι ρήτρες κάθε επίδικης σύμβασης δανείου, καθώς και το νομικό και πραγματικό της πλαίσιο. Αυτά είναι τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνει υπόψη του ο εθνικός δικαστής, προκειμένου να διαπιστώσει εάν η σχετική με την εξάρτηση των δόσεων του δανείου από τις συναλλαγματικές ισοτιμίες ρήτρα συνιστά ουσιώδες στοιχείο της παροχής του οφειλέτη. Ο εθνικός δικαστής αναγνωρίζεται αποκλειστικά αρμόδιος να αξιολογήσει τα στοιχεία που άπτονται των κύριων παροχών μιας σύμβασης, διότι η σχετική εκτίμηση προϋποθέτει εξέταση της οικείας σύμβασης και του συνόλου των πραγματικών και νομικών περιστάσεων που περιέβαλαν τη σύναψή της[17].

Β. Αναλογικότητα παροχής - αντιπαροχής

Αφού διευκρίνισε τι συνιστά ουσιώδη όρο της σύμβασης, στη συνέχεια το Δικαστήριο εξέτασε τη δεύτερη περίπτωση εξαίρεσης του άρθρου 4§2 της οδηγίας, που αφορά το ανάλογο ή μη αφενός της τιμής ή της αμοιβής και αφετέρου των υπηρεσιών ή των αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα. Αναφορικά με το  δικαιολογητικό λόγο αυτής της εξαίρεσης αναφέρεται στη θεωρία πως ένας τέτοιος έλεγχος θα ήταν αδύνατος διότι δεν υπάρχει νομικό κριτήριο δυνάμενο να οριοθετήσει μια στάθμιση μεταξύ ποιότητας / τιμής. Επίσης, πως είναι ανεπίτρεπτος διότι αντίκειται τόσο προς τη συνταγματική θεμελίωση της αρχής της αυτονομίας όσο και προς το σύστημα της ελεύθερης οικονομίας αλλά και διότι είναι μη αναγκαίος αφού ο καταναλωτής εκ των πραγμάτων επικεντρώνει την προσοχή του στο καταβαλλόμενο τίμημα[18].  Εντούτοις από την ακριβή διατύπωση της εξαίρεσης προκύπτει ότι κρίσιμη έννοια είναι αυτή του ‘’ανταλλάγματος’’: «[ο  έλεγχος] δεν αφορά […]το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου». Επομένως, η δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής που δεν αφορά το αντάλλαγμα της υπηρεσίας ή την αξία του ίδιου του εμπορεύματος μπορεί να ελεγχθεί. Κρίθηκε, έτσι, στην υπόθεση Invitel ότι υπόκειται στον έλεγχο καταχρηστικότητας ρήτρα που αφορά τα έξοδα της παρεχόμενης υπηρεσίας και όχι την τιμή της καθ’ εαυτής υπηρεσίας[19]. Το Δικαστήριο υπάγει την επίδικη ρήτρα υπολογισμού των δόσεων του δανείου και την τιμή μετατροπής του ξένου νομίσματος, στο οποίο συνομολογήθηκε η σύμβαση δανείου, στην παραπάνω κατηγορία της υπόθεσης Invitel. Η επίδικη ρήτρα καθορίζει απλώς, προς τον σκοπό υπολογισμού των δόσεων του δανείου, την τιμή μετατροπής του ξένου νομίσματος, χωρίς, ωστόσο, να παρέχεται καμία υπηρεσία ανταλλαγής από τον δανειστή κατά τον εν λόγω υπολογισμό. Συνεπώς, η πρόβλεψη της συναλλαγματικής ισοτιμίας δεν περιέχει κάποια «αμοιβή», το ανάλογο ή μη της οποίας ως ανταλλάγματος για την παροχή του δανειστή να μην μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εκτιμήσεως του καταχρηστικού χαρακτήρα. Κρίνει με άλλα λόγια το Δικαστήριο ότι η ρήτρα δεν αφορά την αξία της παρεχόμενης υπηρεσίας. Κατ’ αποτέλεσμα, αυτή δεν υπάγεται στην εξαίρεση αλλά στον κανόνα και γι’ αυτό η σχέση μεταξύ της τιμής αγοράς και πωλήσεως του ξένου νομίσματος με βάση την οποία υπολογίζονται οι δόσεις του δανείου εξετάζεται για την καταχρηστικότητά της (σκ. 58).

Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ένα παράδοξο ως προς την κατανομή αρμοδιοτήτων στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως μεταξύ εθνικού και ενωσιακού δικαστή. Το ΔΕΕ αναγνωρίζει ότι αποτελεί αρμοδιότητα του εθνικού δικαστή να κρίνει εάν η επίδικη ρήτρα υπάγεται στην πρώτη εξαίρεση (ουσιώδης όρος της σύμβασης) αλλά κρίνει το ίδιο εάν αυτή υπάγεται στη δεύτερη εξαίρεση (αναλογία παροχής / αντιπαροχής). Αποτελεί νομολογιακό θέσφατο ότι το Δικαστήριο του Λουξεμβούργου, κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς του για την ερμηνεία του ενωσιακού δικαίου κατ’  άρθρο 267 ΣΛΕΕ, μπορεί να ερμηνεύσει τόσο τα γενικά κριτήρια που έθεσε ο ενωσιακός νομοθέτης για τον καθορισμό της έννοιας της καταχρηστικής ρήτρας όσο και τις έννοιες που περιλαμβάνονται στα άρθρα 3 έως και 7 της οδηγίας. Αντιθέτως, δεν μπορεί να αποφανθεί επί της εφαρμογής των γενικών κριτηρίων σε συγκεκριμένη ρήτρα, η οποία πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με τις κατά περίπτωση περιστάσεις[20]. Η αβεβαιότητα σχετικά με το πού χαράσσεται το όριο μεταξύ της αρμοδιότητας του εθνικού και του ενωσιακού Δικαστή προκύπτει από το γεγονός πως ο Γενικός Εισαγγελέας απαντά ρητά (και καταφατικά) στο ερώτημα για το εάν η επίδικη ρήτρα υπάγεται στα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης (σημ. 65), ενώ το Δικαστήριο αναγνωρίζει το έργο αυτό ως αποκλειστικό καθήκον του εθνικού δικαστή (σκ. 51). Η ασυμφωνία αυτή σχετικά με τα όρια του κύριου και του προδικαστικού ελέγχου θα μπορούσε ίσως να εξηγηθεί διαφοροποιώντας τις περιπτώσεις ανάλογα με το αν απαιτείται εξέταση της ουσίας και του νομικού και πραγματικού πλαισίου συγκεκριμένης δανειακής σύμβασης. Κατά το Δικαστήριο, ένας τέτοιας ευρύτητας έλεγχος απαιτείται μόνο για την κατάφαση του τι ανήκει στον πυρήνα της σύμβασης, ενώ δεν απαιτείται για την κρίση του αν η ρήτρα συνέχεται με την έννοια της αντιπαροχής. Εξάλλου, η ως τώρα νομολογία διευκρίνιζε ότι ανήκει στον εθνικό δικαστή η κρίση περί της καταχρηστικότητας συγκεκριμένων ρητρών, ενώ εν προκειμένω τίθεται για πρώτη φορά ζήτημα ερμηνείας της ρήτρας εξαιρέσεως του άρθρου 4§2.

Συνοπτικά, το Δικαστήριο με την απάντησή του στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, αφενός παρέσχε στον εθνικό δικαστή τα κριτήρια για να κρίνει εάν η ρήτρα αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης, αφετέρου απέρριψε την υπαγωγή της ρήτρας στην κατηγορία των όρων της σύμβασης που αφορούν τη δυσαναλογία παροχής / αντιπαροχής. Ο εθνικός δικαστής θα μπορούσε επομένως να καταλήξει εναλλακτικά σε δύο κρίσεις για την επίδικη ρήτρα: είτε ότι αυτή δεν συνιστά ουσιώδη όρο της σύμβασης και επομένως να την ελέγξει για τον καταχρηστικό της χαρακτήρα, είτε ότι αυτή συνιστά ουσιώδη όρο της σύμβασης και επομένως να εξετάσει στη συνέχεια τη δεύτερη σωρευτικά τασσόμενη προϋπόθεση που το άρθρο 4§2 της οδηγίας απαιτεί προκειμένου να διαφύγει μια ρήτρα του ελέγχου καταχρηστικότητας: εάν η ρήτρα είχε διατυπωθεί με τρόπο σαφή και κατανοητό. Το νόημα των όρων ‘’σαφής και κατανοητή διατύπωση’’ αποτελεί το αντικείμενο του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος στο οποίο απάντησε το Δικαστήριο.

Γ. Απαίτηση διαφάνειας

Το Δικαστήριο συσχετίζει την απαίτηση για σαφή και κατανοητή διατύπωση του άρθρου 4§2 με την όλη οικονομία και το σύστημα της οδηγίας 93/13, παραπέμποντας, από τη μια, στην επιταγή της διαφάνειας του άρθρου 5 της οδηγίας, που προβλέπει ότι οι συμβατικές ρήτρες που συντάσσονται εγγράφως πρέπει να διατυπώνονται ‘’πάντοτε’’ με σαφή και κατανοητό τρόπο, και, από την άλλη, στην εικοστή αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, που διευκρινίζει συναφώς ότι ο καταναλωτής πρέπει ‘’να έχει πράγματι την ευκαιρία’’ να λάβει γνώση όλων των ρητρών της συμβάσεως. Η απαίτηση του άρθρου 4§2 περί σαφούς και κατανοητής διατυπώσεως ισχύει με τον ίδιο τρόπο όπως στο σύνολο της οδηγίας και έχει συνεπώς το ίδιο περιεχόμενο με την απαίτηση του άρθρου 5. Η τελευταία είχε ερμηνευθεί στο παρελθόν από το Δικαστήριο της Ένωσης στην υπόθεση RWE Vertrieb[21]. Στην απόφαση εκείνη το Δικαστήριο είχε υπογραμμίσει τη σπουδαιότητα της πληροφόρησης του καταναλωτή σχετικά με τους συμβατικούς όρους και τις συνέπειές τους. Βάσει ιδίως της πληροφόρησης αυτής ο καταναλωτής αποφασίζει αν επιθυμεί να δεσμευθεί από τους όρους που έχει προδιατυπώσει ο επαγγελματίας.

Για το λόγο αυτό το Δικαστήριο απορρίπτει κάθε επιχείρημα περί αποκλειστικά γραμματικής προσέγγισης των συμβατικών όρων: ‘’η απαίτηση περί διαφάνειας των συμβατικών ρητρών που επιβάλλει η οδηγία 93/13 δεν μπορεί να αφορά απλώς και μόνον τον κατανοητό τους χαρακτήρα από τυπική και γραμματική άποψη’’. Κάθε ρήτρα που παρέχει στον επαγγελματία το δικαίωμα να υπολογίζει με συγκεκριμένο τρόπο το επίπεδο των μηνιαίων δόσεων, με αποτέλεσμα να αυξάνονται τα έξοδα της χρηματοπιστωτικής υπηρεσίας σε βάρος του καταναλωτή, προσομοιάζει με ρήτρα που επιτρέπει στον επαγγελματία να τροποποιεί μονομερώς το κόστος της παρεχόμενης υπηρεσίας. Αναφορικά με τη  νομιμότητα μιας τέτοιας πρόβλεψης είχε κριθεί από το Δικαστήριο ότι έχει ουσιώδη σημασία, αφενός, αν η σύμβαση εκθέτει κατά τρόπο διαφανή το λόγο και τρόπο μεταβολής του κόστους της παρεχόμενης υπηρεσίας, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να προβλέψει βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων τις ενδεχόμενες μεταβολές του κόστους αυτού και, αφετέρου, αν οι καταναλωτές δικαιούνται να λύσουν τη σύμβαση στην περίπτωση που το κόστος αυτό όντως τροποποιηθεί[22]. Ανήκει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου να κρίνει αν ο καταναλωτής μπορούσε όχι μόνο να πληροφορηθεί την ύπαρξη διαφοράς μεταξύ της συναλλαγματικής ισοτιμίας πωλήσεως και της συναλλαγματικής ισοτιμίας αγοράς του ξένου νομίσματος, αλλά και να αξιολογήσει τις οικονομικές συνέπειες που θα συνεπαγόταν γι’ αυτόν η εφαρμογή της ρήτρας συναλλαγματικής ισοτιμίας για τον υπολογισμό των δόσεων των οποίων θα είναι ο τελικός υπόχρεος και, ως εκ τούτου, το συνολικό ύψους του δανείου του (σκ. 74). Προς το σκοπό αυτό το Δικαστήριο απαντώντας στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα υποδεικνύει ως κριτήριο για το εάν η ρήτρα ήταν διατυπωμένη με τρόπο σαφή και εύληπτο, τόσο στο πλαίσιο της διαφήμισης όσο και στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης του δανείου, την πληροφόρηση που παρέχει ο δανειστής προς τον μέσο καταναλωτή. Μέσος καταναλωτής εν πάση περιπτώσει θεωρείται αυτός που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος.

Το Δικαστήριο συντάσσεται υπέρ μιας ευρείας ερμηνείας της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 4§2 της οδηγίας για σαφή και κατανοητή διατύπωση. Ο «σαφής χαρακτήρας» φαίνεται να αφορά κυρίως τη γραμματικά και συντακτικά ορθή διατύπωση της ρήτρας, ενώ ο «κατανοητός χαρακτήρας» αφορά τη διασφάλιση ότι ο καταναλωτής δύναται να αντιληφθεί το πραγματικό περιεχόμενο της χρησιμοποιούμενης διατύπωσης και των συνεπειών που αυτή επάγεται. Σύμφωνα με αυτή τη διασταλτική ερμηνεία, το άρθρο επιβάλλει όχι μόνο οι ρήτρες να είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό από γραμματική άποψη αλλά, επιπλέον, η σύμβαση να εκθέτει κατά τρόπο διαφανή την ακριβή λειτουργία του μηχανισμού μετατροπής του ξένου νομίσματος που προβλέπει η επίμαχη ρήτρα καθώς και τη σχέση μεταξύ του συγκεκριμένου μηχανισμού και του μηχανισμού που προβλέπουν άλλες ρήτρες σχετικά με την αποδέσμευση του δανείου, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να εκτιμήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες που τα ανωτέρω συνεπάγονται γι’ αυτόν[23].

Δεν μπορεί να διαλάθει της προσοχής το κατά τα φαινόμενα παράδοξο, να ερμηνεύεται δηλαδή διασταλτικά μια διάταξη που το δικαστήριο είχε νωρίτερα χαρακτηρίσει εξαιρετική και, ως εκ τούτου, συσταλτικά ερμηνευόμενη. Η άρση του παραδόξου έγκειται στο ότι η ρήτρα εξαίρεσης από τον έλεγχο της καταχρηστικότητας του 4§2 ερμηνεύεται συσταλτικά, επί τω σκοπώ όπως λιγότεροι συμβατικοί όροι εκφεύγουν του ελέγχου του δικαστή. Καθ’ όσον, όμως, η ευρεία ερμηνεία της δεύτερης προϋπόθεσης, από την οποία εξαρτάται η υπαγωγή ενός συμβατικού όρου εντός ή εκτός του πεδίου αρμοδιότητας του δικαστή, περιορίζει τις πιθανότητες εξαίρεσης όρων της σύμβασης από το δικαστικό έλεγχο, μια τέτοια ερμηνεία συνάδει με τη συσταλτική ερμηνεία του συνόλου της διάταξης. Με τον τρόπο αυτό το Δικαστήριο καινοτομεί όχι μόνο ενδυναμώνοντας τη σημασία της διαφάνειας των συναλλακτικών όρων αλλά επιπλέον προσανατολιζόμενο σαφώς προς έναν ισχυρό και ομοιόμορφο εκ των υστέρων (ex post) έλεγχο της απαίτησης πληροφόρησης[24].

 

Δ. Συνέπειες για τη σύμβαση

Το τρίτο και τελευταίο προδικαστικό ερώτημα δεν αφορά την ερμηνεία του 4§2 της οδηγίας αλλά τις συνέπειες που θα είχε για τη σύμβαση η ενδεχόμενη αναγνώριση του καταχρηστικού χαρακτήρα της επίδικης ρήτρας. Μετά τον εξοβελισμό μιας καταχρηστικής ρήτρας, η σύμβαση είτε μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει χωρίς πρόβλημα, γιατί ενδεχομένως η ρήτρα ήταν δευτερεύουσα για τη λειτουργία της σύμβασης, είτε δεν μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει λόγω του θεμελιώδους ρόλου της ρήτρας για το συμβατικό οικοδόμημα. Ο επίδικος εν προκειμένω όρος υπάγεται σαφώς στη δεύτερη κατηγορία, εφόσον αφορά τους όρους και το ύψος των δόσεων του δανείου. Διανοίγονται έτσι δύο οδοί για το δικαστή. Η πρώτη, να θεωρήσει ότι η καταχρηστικότητα μιας τόσο θεμελιώδους ρήτρας συμπαρασύρει σε ακυρότητα το σύνολο της σύμβασης. Το πλεονέκτημα αυτής της λύσης είναι ότι συνάδει με τον αποτρεπτικό σκοπό της οδηγίας που συνίσταται στο να αποθαρρύνονται οι επαγγελματίες από το να εισάγουν καταχρηστικές ρήτρες στις συμβάσεις που υπογράφουν με τους καταναλωτές, ενώ το μειονέκτημα της έγκειται στο ότι σε μια τέτοια περίπτωση το δάνειο θα καθίστατο εξ ολοκλήρου απαιτητό με ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες για το δανειολήπτη - καταναλωτή. Η άλλη οδός είναι η τροποποίηση ή συμπλήρωση της σύμβασης από το δικαστή. Ωστόσο, μια τέτοια λύση προσκρούει στην προηγούμενη νομολογία του Δικαστηρίου. Αν το εθνικό δικαστήριο είχε την εξουσία να αναθεωρεί το περιεχόμενο των καταχρηστικών ρητρών, η ευχέρεια αυτή θα συνέβαλλε στην εκμηδένιση του αποτρεπτικού αποτελέσματος που ασκεί στους επαγγελματίες η πλήρης απαγόρευση εφαρμογής τέτοιων καταχρηστικών ρητρών στους καταναλωτές, στο μέτρο που οι επαγγελματίες θα εξακολουθούσαν να υπόκεινται στον πειρασμό να χρησιμοποιούν τέτοιες ρήτρες, γνωρίζοντας ότι, ακόμα και αν αυτές κηρύσσονταν άκυρες, η σύμβαση θα μπορούσε παρά ταύτα να συμπληρωθεί κατά το αναγκαίο μέτρο από το εθνικό δικαστήριο, ώστε να εξασφαλιστεί το συμφέρον των εν λόγω επαγγελματιών[25].

Το Δικαστήριο, αντιλαμβανόμενο το αδιέξοδο μιας άδικης λύσεως, μεριμνά να διαφοροποιηθεί από την προηγούμενη νομολογία του. Κρίνει ότι σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης η αντικατάσταση της καταχρηστικής ρήτρας από μια άλλη διάταξη, καθόσον έχει ως αποτέλεσμα τη διατήρηση της συμβάσεως, συνάδει με τους σκοπούς της οδηγίας 93/13. Συνάδει, συγκεκριμένα, με τους σκοπούς του άρθρου 6§1 της οδηγίας, καθόσον διώκει να αντικαταστήσει την τυπική ισορροπία που εισάγει η σύμβαση με μια ουσιαστική ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, ικανή να αποκαταστήσει την πραγματική μεταξύ τους ισότητα[26]. Το Δικαστήριο προσεγγίζει κατά περίπτωση το άρθρο 7 της οδηγίας, που προβλέπει ότι ‘’Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές’’. Το αποτέλεσμα που θα επέλθει για τον καταναλωτή προσανατολίζει το δικαστή προς την κατεύθυνση της ακύρωσης του συνόλου της σύμβασης (όπως στην υπόθεση Banco Español de Crédito) ή της αντικατάστασης της καταχρηστικής ρήτρας (όπως εν προκειμένω στην υπόθεση Árpád Kásler), ανάλογα με τις δυνατότητες που παρέχει το εθνικό δίκαιο προσαρμογής προς την οδηγία. Έτσι, συνάδει με το ενωσιακό δίκαιο η αντικατάσταση του επίδικου όρου της σύμβασης, εφόσον τούτο είναι προς το συμφέρον του καταναλωτή και δεν απαγορεύεται από το εθνικό δίκαιο. Εντούτοις, η εξουσία αντικαταστάσεως δεν είναι απεριόριστη: η παρέμβαση του δικαστή πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να σκοπεί στην αποκατάσταση κατά το δυνατόν της ισότητας μεταξύ των επαγγελματιών και των καταναλωτών. Προβληματίζει το εύρος της εξουσίας που κατ’ αυτό τον τρόπο ανατίθεται στο δικαστή υπό την έννοια τόσο της δυσχέρειας εξεύρεσης του «δίκαιου μέτρου» και της «πραγματικής ισότητας», τη στιγμή μάλιστα που η κρίση περί αναλογικότητας παροχής/αντιπαροχής κείται ρητά εκτός της αρμοδιότητάς του, όσο και υπό την έννοια του περιεχομένου της ρήτρας που αντικαθιστά. Το περιεχόμενο του νέου συμβατικού όρου που εισάγει ο δικαστής πρέπει να προκύπτει από ρητή διάταξη ενδοτικού δικαίου. Ο Γενικός Εισαγγελέας προσθέτει επίσης την παράμετρο του χρόνου ισχύος της διάταξης που θα κληθεί σε εφαρμογή: η αντικατάσταση του καταχρηστικού όρου με διάταξη ενδοτικού δικαίου ’δεν θα πρέπει να οδηγεί σε ανατροπή της συμβατικής ισορροπίας με παρέμβαση της κρατικής αρχής σε μεταγενέστερο της συνάψεως της συμβάσεως χρόνο. Είναι απολύτως σαφές ότι η σύμβαση εξακολουθεί κατ’ αρχήν να διέπεται από την ισχύουσα κατά το χρόνο συνάψεώς της νομοθεσία και ότι οιαδήποτε παρέμβαση τρίτου, συμπεριλαμβανομένου του Κράτους κατά την άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας του, πρέπει να επιχειρείται με σύνεση, ως εν δυνάμει ικανή να θίξει τη συμβατική ελευθερία και τον ελεύθερο ανταγωνισμό ο οποίος αποτελεί απόρροιά της’’[27].

Συμπερασματικά, το Δικαστήριο απαντά στο ερωτών ουγγρικό δικαστήριο ότι η ρήτρα συμβάσεως δανείου συνομολογηθέντος σε ξένο νόμισμα και συναφθέντος μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, η οποία δεν απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως και η οποία προβλέπει ότι το ποσό των δόσεων αποπληρωμής του δανείου υπολογίζεται στη βάση της τιμής πωλήσεως του ξένου νομίσματος την ημέρα της αποπληρωμής, μπορεί να εξεταστεί για την καταχρηστικότητά της ως μη απτόμενη της αναλογικότητας της αμοιβής της παρεχόμενης υπηρεσίας. Το εάν αυτή αφορά το ουσιαστικό αντικείμενο της σύμβασης και το εάν έχει διατυπωθεί με σαφήνεια, ανήκει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστή να το κρίνει λαμβάνοντας υπόψη τα  κριτήρια που παρέσχε το ΔΕΕ. Εφόσον ο εθνικός δικαστής κρίνει ότι η ρήτρα δεν υπάγεται στην εξαίρεση που καθιερώνει το άρθρο 4§2 της οδηγίας και ότι μπορεί επομένως να εξεταστεί για την καταχρηστικότητά της, το ενωσιακό δίκαιο δεν αντιτίθεται στην αντικατάσταση της καταχρηστικής ρήτρας με διάταξη ενδοτικού δικαίου που επιτρέπει την αποκατάσταση της ουσιαστικής ισότητας μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή.

 

ΙΙΙ. Η απόφαση 23/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης

Κατόπιν της δημοσίευσης της απόφασης του Δικαστηρίου της Ένωσης, ήταν η σειρά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης να αντιμετωπίσει ζητήματα που προκύπτουν από σύμβαση δανείου συνομολογημένη σε ξένο νόμισμα. Πρόκειται για την πρώτη χρονικά απόφαση ελληνικού δικαστηρίου, τουλάχιστον σε επίπεδο τακτικής αγωγής, που ασχολήθηκε με την καταχρηστικότητα ρήτρας συναλλαγματικής ισοτιμίας, δυνάμει της οποίας οι καταβολές του δανειολήπτη αναπροσαρμόζονταν βάσει της διακύμανσης της ισοτιμίας ελβετικού φράγκου - ευρώ. Το εθνικό δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο 2251/1994 και την οδηγία 93/13, όπως έχουν ερμηνευθεί σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο αντίστοιχα, προκειμένου να κρίνει καταχρηστικό τον επίμαχο όρο της δανειακής σύμβασης, ενώ προέβη και στην πλήρωση του νομικού κενού με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκαταστήσει την ισορροπία μεταξύ των αντισυμβαλλομένων (τράπεζας και οφειλέτη). Το ενδιαφέρον της συγκεκριμένης απόφασης εστιάζεται στη χρήση του πρόσφατου νομολογιακού και ερμηνευτικού υλικού, το οποίο εισέφερε η απόφαση της 30ής Απριλίου 2014 του ΔΕΕ, καθώς και στην εξειδίκευση της αρχής της διαφάνειας ως προς τη διατύπωση των εκατέρωθεν υποχρεώσεων και δικαιωμάτων των μερών στις τραπεζικές συμβάσεις.        

Α. Τα πραγματικά περιστατικά

Στις 5.6.2007 συνταξιούχος αστυνομικός σύναψε σύμβαση στεγαστικού δανείου με τράπεζα, ποσού 166.680,60 ελβετικών φράγκων. Το εν λόγω ποσό εκταμιεύθηκε στις 8.6.2007, αφού πρώτα το συνάλλαγμα μετατράπηκε σε 100.512,93 ευρώ[28]. Η αποπληρωμή του επίδικου δανείου συμφωνήθηκε να γίνει σε 300 μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, καταβλητέες την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα, αρχής γενομένης από τον Αύγουστο του 2007, με κυμαινόμενο επιτόκιο[29]. Επιπροσθέτως, ρητά προβλέφθηκε όρος στη σύμβαση, σύμφωνα με τον οποίο «εφόσον το δάνειο ή οποιοδήποτε τμήμα αυτού έχει χορηγηθεί σε συνάλλαγμα, ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορήγησης, είτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής». Με τον τρόπο αυτό, το ύψος της εκάστοτε οφειλόμενης δόσης, καθώς και του συνολικού υπολοίπου της δανειακής οφειλής, καθίστατο ευθέως ανάλογο της ισοτιμίας ελβετικού φράγκου - ευρώ.

Οι ραγδαίες εξελίξεις στο διεθνές χρηματοοικονομικό περιβάλλον επέφεραν – μεταξύ άλλων – ως αποτέλεσμα τη σταδιακή υποτίμηση του ευρώ σε σχέση με το ολοένα και πιο ισχυροποιημένο ελβετικό φράγκο, γεγονός που επέδρασε σημαντικά και στην υπό εξέταση σύμβαση. Εν προκειμένω, ο δανειολήπτης, ενώ στις 1.8.2007 έπρεπε να καταβάλει για μία δόση ποσού 500,30 ελβετικών φράγκων 308,41 ευρώ (ισοτιμία 1,62), στις 1.10.2012 για την ίδια δόση όφειλε να καταβάλει στην τράπεζα 422,80 ευρώ (ισοτιμία 1,18). Αντιστοίχως, το σύνολο της οφειλής από 166.347,17 ελβετικά φράγκα ή 102.544,18 ευρώ στις 1.8.2007 υποχώρησε στις 1.10.2012 σε 105.319,58 ελβετικά φράγκα ή 89.004,97 ευρώ, μείωση συγκριτικά μικρή αναλογικά προς τις καταβολές ήδη άνω των πέντε ετών. Αυτές οι δυσμενείς για τα οικονομικά του συμφέροντα συνέπειες ώθησαν τον οφειλέτη να προσφύγει στα αρμόδια δικαστήρια ζητώντας να κηρυχθεί άκυρος ο προαναφερθείς όρος, αφενός διότι τον αγνοούσε χωρίς δική του υπαιτιότητα (καθώς δεν ενημερώθηκε από την τράπεζα για το συναλλαγματικό κίνδυνο που αναλάμβανε κατά τη λήψη του δανείου) και αφετέρου διότι τυγχάνει αόριστος, ακατάληπτος και καταχρηστικός. Επίσης, ζήτησε να υπολογίσει η τράπεζα το επίμαχο δάνειο από την εκταμίευση και μέχρι την εξόφληση, βάσει της ισοτιμίας μεταξύ ελβετικού φράγκου και ευρώ που ίσχυε κατά το χρόνο της εκταμίευσής του.

Β. Η νομική θεμελίωση

Ο νόμος 2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών» αποτελεί ενσωμάτωση στην εθνική έννομη τάξη της οδηγίας 93/13 «σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές». Ειδικότερα, το άρθρο 2§6 του εν λόγω νομοθετήματος όριζε στην αρχική του διατύπωση ότι: «Γενικοί όροι των συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την όποια αυτή εξαρτάται». Τα ελληνικά δικαστήρια όμως έκριναν ότι με τη διατύπωση αυτή ο νομοθέτης δεν είχε συμμορφωθεί πλήρως με την πρόβλεψη του άρθρου 3§1 της οδηγίας, η οποία κάνει λόγο για «σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών»[30], αφού περιόριζε σε μεγάλο βαθμό τη δυνατότητα ελέγχου των γενικών όρων των συναλλαγών οδηγώντας σε μειωμένη προστασία του καταναλωτή σε σχέση με την οδηγία[31]. Ερμήνευσαν δε περαιτέρω τον όρο «υπέρμετρη διατάραξη» ως «σημαντική διατάραξη» της συμβατικής ισορροπίας, προκειμένου να συμβαδίζει περισσότερο με το άρθρο 3§1 της οδηγίας. Από την πλευρά του, ο εθνικός νομοθέτης, καθοδηγούμενος από τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις και την αρχή της μείζονος προστασίας του καταναλωτή που καθιερώνει το άρθρο 8 της οδηγίας[32], απάλειψε από την προαναφερθείσα διάταξη αρχικά τον όρο «υπέρμετρη»[33] και στη συνέχεια, υιοθέτησε τον πιο δόκιμο όρο «σημαντική»[34], ώστε να επιτευχθεί καλύτερη εναρμόνιση με την οδηγία. Από την εν λόγω ρύθμιση προκύπτει ότι οι γενικοί όροι συναλλαγών, δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την (υπέρμετρη ή έστω σημαντική) διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του καταναλωτή[35]. Συναφώς, έχει κριθεί νομολογιακά ότι αυτή η ρήτρα αποτελεί εξειδίκευση του βασικού κανόνα της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ[36].

Στην υπό εξέταση απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο θεμελιώνει το νομικό του συλλογισμό στην εφαρμογή της γενικής ρήτρας του άρθρου 2§6 του ν. 2251/1994 για την καταχρηστικότητα των γενικών όρων συναλλαγών. Βεβαίως, προκειμένου να ενισχύσει το επιχείρημά του επικαλείται σωρευτικά και το άρθρο 2§7[37], το οποίο έχει συμπληρωματικό χαρακτήρα ως προς τη γενική ρήτρα και απαριθμεί ενδεικτικώς ορισμένους συνήθεις γενικούς όρους που θεωρούνται per se καταχρηστικοί[38]. Ιδίως στην επίδικη υπόθεση που αφορά σύμβαση τραπεζικού δανείου χρήζει εφαρμογής η περίπτωση υπό στοιχείο ια΄, σύμφωνα με την οποία είναι – άνευ ετέρου –  καταχρηστικοί οι όροι που «χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή». Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, το εθνικό δικαστήριο συνάγει δύο βασικές καθοδηγητικές αρχές, ώστε να εξετάσει τη νομιμότητα του επίμαχου γενικού όρου των συναλλαγών: πρωτίστως, την αρχή της διαφάνειας και κατ’ επέκταση την αρχή της απαγόρευσης της χωρίς λόγο ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής ή των επιμέρους στοιχείων της στην απόλυτη κρίση του προμηθευτή (εδώ, της τράπεζας). Ειδικότερα, η αρχή της διαφάνειας δεν διατυπώνεται μεν ρητά στο ελληνικό δίκαιο, ωστόσο έχει προκύψει από τη νομολογιακή ερμηνεία του ν. 2251/1994. Ο Άρειος Πάγος δέχεται ότι «οι Γ.Ο.Σ πρέπει να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή ("αρχή της διαφάνειας" η οποία πρέπει να διέπει τη διατύπωση των όρων η οποία ναι μεν δεν καθιερώνεται ρητώς στο νόμο, όμως σαφώς συνάγεται από το όλο περιεχόμενό του)»[39].

Σε κάθε περίπτωση δε, η αρχή της διαφάνειας κατοχυρώνεται ρητά στην οδηγία 93/13 και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το Πολυμελές Πρωτοδικείο προβαίνει στην επίκληση του ενωσιακού δικαίου. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 5 της οδηγίας ορίζεται ότι οι έγγραφες ρήτρες «πρέπει να συντάσσονται πάντοτε με σαφή και κατανοητό τρόπο», ενώ περαιτέρω στο άρθρο 4§2 τίθεται η εξαίρεση του ελέγχου της καταχρηστικότητας των ρητρών που αφορούν «τον καθορισμό του κυρίου αντικειμένου της σύμβασης», καθώς και το «ανάλογο» της παροχής του προμηθευτή και της αντιπαροχής του καταναλωτή, υπό την προϋπόθεση ότι «οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό». Επιπροσθέτως, το εθνικό δικαστήριο παραπέμπει στην απόφαση του ΔΕΕ της 30ής Απριλίου 2014 προκειμένου να εξειδικεύσει την αρχή της διαφάνειας, αλλά και για να εξάρει τη σημασία της απαίτησης περί διαφάνειας των γενικών όρων των συναλλαγών. Παρατηρεί συναφώς ότι η επιταγή της διαφάνειας των γενικών όρων δεν αφορά «απλά και μόνο τον κατανοητό αυτών χαρακτήρα από τυπική και γραμματική άποψη, παρά αναφέρεται και στη λειτουργία τους, ούτως ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να εκτιμήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες και μεταβολές, που κάθε όρος συνεπάγεται γι’ αυτόν» και προσθέτει πως «όσον αφορά τις δυσμενείς οικονομικές συνέπειες και επιβαρύνσεις, αυτές θα πρέπει να είναι ευκρινείς, με την έννοια ότι μπορούν να γίνουν άμεσα κατανοητές από το μέσο καταναλωτή, ο οποίος δεν διαθέτει εξειδικευμένες νομικές ή οικονομικές γνώσεις»[40].

Επομένως, χρησιμοποιώντας ως γνώμονα την αρχή της διαφάνειας, όπως αυτή ερμηνεύεται και από το Δικαστήριο της Ένωσης, το Πολυμελές Πρωτοδικείο εξετάζει την καταχρηστικότητα του όρου του επίδικου τραπεζικού δανείου, δυνάμει του οποίου ορίστηκε ότι οι τυχόν καταβολές που πραγματοποιεί ο δανειολήπτης σε ευρώ θα μετατρέπονται σε ελβετικά φράγκα βάσει της ισοτιμίας που ισχύει κατά την ημερομηνία καταβολής. Ειδικότερα, θεωρεί ότι με τον τρόπο αυτό η τράπεζα παραβίασε την υποχρέωση σαφήνειας και διαφάνειας των γενικών όρων συναλλαγών, καθώς αφενός δεν διαπραγματεύτηκε τον εν λόγω όρο και αφετέρου δεν τον διατύπωσε με σαφή και ορισμένο τρόπο, ώστε να τον αντιλαμβάνεται ακόμα και κάποιος «απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτων τη μέση αντίληψη» καταναλωτής[41]. Περαιτέρω, ο εθνικός δικαστής αποδέχεται ότι ο συγκεκριμένος δανειολήπτης, ως συνταξιούχος αστυνομικός και τελειόφοιτος τεχνικού λυκείου, στερείται οικονομικών γνώσεων και πείρας στις συναλλαγές, πράγμα που σημαίνει ότι αδυνατεί να κατανοήσει τον τρόπο λειτουργίας της συναλλαγματικής ισοτιμίας και της όλης επίδρασης της επίμαχης ρήτρας στην αποπληρωμή του δανείου του, παρόλο που αυτή ήταν σαφώς διατυπωμένη από γραμματική άποψη. Ωστόσο, λαμβανομένης υπόψη της ελλιπούς πληροφόρησης εκ μέρους της δανείστριας τράπεζας για τον  προκείμενο γενικό όρο, καθώς και της αοριστίας του ως προς τις οικονομικές συνέπειες που επεφύλασσε για τον οφειλέτη, κρίνεται από το δικαστήριο ότι διαψεύσθηκαν οι δικαιολογημένες προσδοκίες του τελευταίου αναφορικά με την εξέλιξη της συναλλακτικής του σχέσης με την τράπεζα[42]. Κατόπιν τούτων, το Πολυμελές Πρωτοδικείο συμπεραίνει πως είναι καταχρηστικός – και άρα άκυρος –  ο επίδικος όρος, βάσει των κριτηρίων που τίθενται από το εθνικό και το ενωσιακό δίκαιο.

Γ. Η πλήρωση του κενού

Η ακυρότητα του γενικού όρου συναλλαγών επιφέρει τη μερική ακυρότητα της δανειακής σύμβασης, καθότι θεωρείται άκυρος μόνο ο συγκεκριμένος καταχρηστικός όρος και δεν επηρεάζεται το κύρος ολόκληρης της σύμβασης. Στο συμπέρασμα αυτό οδηγείται κανείς μέσω του άρθρου 2§8 του ν. 2251/1994, όπου ορίζεται ότι: «Ο προμηθευτής δεν μπορεί να επικαλεσθεί την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης, για το λόγο ότι ένας ή περισσότεροι γενικοί όροι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί». Άλλωστε, είναι μάλλον προφανές ότι στην περίπτωση που θεωρείτο άκυρη ολόκληρη η σύμβαση εξαιτίας της ακυρότητας μιας ρήτρας, τότε οι συνέπειες θα ήταν ιδιαίτερα επιζήμιες πρωτίστως για τον οφειλέτη, δεδομένου ότι το συνολικό ποσό του δανείου θα καθίστατο άμεσα απαιτητό[43]. Επιπλέον, από την προαναφερθείσα παράγραφο προκύπτει ότι η εν λόγω ακυρότητα είναι σχετική υπέρ του καταναλωτή, αφού θα ήταν σόλοικο ο επαγγελματίας δανειστής να μπορεί να επικαλεστεί την ακυρότητα γενικών όρων συναλλαγών, τους οποίους αφενός συνέταξε και έθεσε ο ίδιος και αφετέρου (όφειλε να) έχει επίγνωση του καταχρηστικού τους χαρακτήρα[44].

Από τη στιγμή που αποφάνθηκε περί της ακυρότητας του επίμαχου γενικού όρου συναλλαγών, το εθνικό δικαστήριο καλείται στη συνέχεια να προχωρήσει στην πλήρωση του δημιουργηθέντος κενού, ερμηνεύοντας τη σύμβαση με τέτοιο τρόπο ώστε αυτή να συνάδει με τους σκοπούς του άρθρου 6§1 της οδηγίας 93/13[45]. Εν προκειμένω, ο κανόνας ενδοτικού δικαίου που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στη θέση της καταχρηστικής ρήτρας της επίδικης δανειακής σύμβασης είναι το άρθρο 291 ΑΚ, το οποίο προβλέπει πως: «Όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην Ελλάδα, ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, έχει δικαίωμα να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής». Ωστόσο, είναι λίαν προφανές ότι η εφαρμογή αυτού του κανόνα θα οδηγούσε στο ίδιο – άδικο για το δανειολήπτη –  αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο εξετάζει και αποκρούει εξάλλου το ενδεχόμενο εφαρμογής του άρθρου 371 ΑΚ για δύο λόγους: πρώτον, διότι η συγκεκριμένη διάταξη προσιδιάζει περισσότερο σε ατομικές παρά σε καταναλωτικές συμβάσεις στις οποίες δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης οι γενικοί όροι μεταξύ των αντισυμβαλλομένων, και, δεύτερον, διότι η εφαρμογή της θα οδηγούσε σε έκδοση διαπλαστικής απόφασης, διάπλαση δηλαδή του περιεχομένου της ενοχικής σχέσης και τροποποίηση της σύμβασης, και όχι απλώς σε πλήρωση του κενού[46].

Συνεπώς, μετά την απόρριψη αυτών των εναλλακτικών, το Πολυμελές Πρωτοδικείο κατατείνει στη συμπληρωματική ερμηνεία της σύμβασης σύμφωνα με το άρθρο 200 ΑΚ, ήτοι σύμφωνα με την καλή πίστη και αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη[47]. Συγκροτεί δε το συλλογισμό του μέσα από μια σειρά δέκα κριτηρίων, βάσει των οποίων οδηγείται στην αναπλήρωση του επιγενόμενου κενού. Μεταξύ άλλων, εστιάζει ιδίως στο γεγονός πως πρόκειται για μια δανειακή σύμβαση που καταρτίστηκε στην Ελλάδα, μέσω της οποίας ο οφειλέτης θα αποπλήρωνε σε ευρώ το τίμημα της αγοράς ενός διαμερίσματος. Μάλιστα, ο τελευταίος χρησιμοποιεί μόνο το εγχώριο νόμισμα στις συναλλαγές του, ουδέποτε είχε στην κατοχή του ελβετικά φράγκα και γι’ αυτό το συνολικό ποσό του δανείου μετατράπηκε σε ευρώ αμέσως μετά την εκταμίευσή του. Επίσης, ο εθνικός δικαστής επισημαίνει ότι τα συμφέροντα της τράπεζας εξυπηρετούνται μέσω του κυμαινόμενου επιτοκίου του επίμαχου δανείου και όχι από τη συναλλαγματική ισοτιμία ελβετικού φράγκου – ευρώ, ως προς την οποία άλλωστε δεν ενημέρωσε προσηκόντως το δανειολήπτη. Τέλος, αφού κάνει μνεία στο άρθρο 806 ΑΚ[48], καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η τράπεζα υποχρεούται να εφαρμόζει τη συναλλαγματική ισοτιμία ελβετικού φράγκου – ευρώ που ίσχυε κατά την εκταμίευση του εν λόγω δανείου, ήτοι την ισοτιμία της 8ης Ιουνίου 2007, και επομένως βάσει αυτής της ισοτιμίας πρέπει να υπολογίζονται οι καταβολές που πραγματοποιεί ο δανειολήπτης.

Συνοπτικά, αξίζει να σημειωθεί ότι η θετική για το δανειολήπτη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης βασίστηκε πρωτίστως στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου οφειλέτη. Συνεπώς, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα μπορέσει να αποτελέσει βάση για δικαίωση όλων των εγκλωβισμένων δανειοληπτών, τουλάχιστον όσον αφορά τη νομική θεμελίωσή της στην καταχρηστικότητα της ρήτρας συναλλαγματικής ισοτιμίας. Η σχολιαζόμενη απόφαση αξιοποίησε την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου της Ένωσης τόσο ως προς την απαίτηση της διαφάνειας των γενικών όρων συναλλαγών, όσο και ως προς την επακολουθήσασα πλήρωση του κενού. Ακολούθησε δε τις βασικές αρχές που είχε καθιερώσει η έως σήμερα νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων, ιδίως του Αρείου Πάγου, επεκτείνοντάς την στα νέα δεδομένα που προκάλεσε ο συνδυασμός δύο παραγόντων, της πρακτικής των τραπεζών να διευκολύνουν τη χορήγηση στεγαστικών δανείων σε ξένο νόμισμα και της διατάραξης των συναλλαγματικών ισορροπιών εξαιτίας της χρηματοπιστωτικής κρίσης.

 

ΙV. Συμπεράσματα

Στο νόμο 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών" δεν μεταφέρθηκε η (προαιρετική) ρήτρα εξαίρεσης του άρθρου 4§2 της οδηγίας. Κατ’ αποτέλεσμα, υποστηρίχθηκε από μεγάλο μέρος της ελληνικής θεωρίας ότι η παράλειψη ενσωμάτωσης της παραπάνω πρόβλεψης στο ελληνικό δίκαιο συνιστά συνειδητή τοποθέτηση του έλληνα νομοθέτη υπέρ του δικαστικού ελέγχου όλων ανεξαιρέτως των συμβατικών όρων μεταξύ επαγγελματιών και καταναλωτών. Υποστηρίζεται εντούτοις και η αντίθετη άποψη, σύμφωνα με την οποία η ρύθμιση του ελληνικού νόμου για την προστασία των καταναλωτών εμφανίζει ένα αρνητικό, ‘’κρυφό’’, τελολογικό κενό, το οποίο καλύπτεται με αντίστοιχη ‘’τελολογική συστολή’’ του άρθρου 2§6[49]. Εν πάση περιπτώσει, η ρήτρα του άρθρου 4§2 της οδηγίας χρησιμοποιήθηκε από τη νομολογία ως περαιτέρω εξειδίκευση της έννοιας της αρχής της διαφάνειας[50]. Έτσι και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης αναφέρθηκε στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής  Ένωσης, το οποίο προφανώς εκ παραδρομής αναφέρει ως ΔΕΚ, κυρίως για να αναλύσει το νοηματικό εύρος της υποχρέωσης διαφάνειας. Επίσης, αναφέρεται σε αυτήν αναφορικά με τη δυνατότητα αντικατάστασης της καταχρηστικής ρήτρας με διάταξη ενδοτικού χαρακτήρα[51].

Σε γενικές γραμμές, το εθνικό δικαστήριο ευθυγραμμίστηκε με την κατεύθυνση που χάραξε το ΔΕΕ και ανέλαβε την ευθύνη να κρίνει in concreto την καταχρηστικότητα του επίμαχου γενικού όρου συναλλαγών, δυνάμει του οποίου ο δανειολήπτης όφειλε να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του προς την τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορήγησης (ελβετικό φράγκο) είτε σε ευρώ, βάσει όμως της τιμής πώλησης του νομίσματος χορήγησης κατά την ημέρα στην οποία η κάθε δόση καθίστατο ληξιπρόθεσμη. Εν προκειμένω, το Πολυμελές Πρωτοδικείο διαπίστωσε, σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία, ότι στην υπόθεση που ήχθη ενώπιόν του συντρέχει περίπτωση ακυρότητας της προαναφερθείσας ρήτρας ως καταχρηστικής. Βαρύνουσας σημασίας για τη διαμόρφωση της κρίσης του υπήρξε το γεγονός ότι επρόκειτο για έναν συνταξιούχο αστυνομικό, τελειόφοιτο τεχνικού λυκείου, που είχε πλήρη άγνοια περί τις οικονομικές και δη τις τραπεζικές συναλλαγές, σε συνδυασμό βέβαια με την έλλειψη ενημέρωσης εκ μέρους της τράπεζας για το συγκεκριμένο μηχανισμό μετατροπής του ξένου νομίσματος. Τίθεται ένα γενικότερο ζήτημα, ωστόσο, σχετικά με το ποιος καταναλωτής μπορεί να θεωρηθεί προσηκόντως ενημερωμένος για τις τραπεζικές συναλλαγές. Το πανεπιστημιακό πτυχίο διασφαλίζει άραγε άνευ ετέρου ένα στοιχειώδες επίπεδο κατανόησης των τραπεζικών όρων, με αποτέλεσμα όλοι οι πτυχιούχοι της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης να εξαιρούνται από το πεδίο της προστασίας του νόμου;  Και, αντίστροφα, είναι άμοιρος ευθυνών ως προς τις προσωπικές του επιλογές ο καταναλωτής που έσπευσε να εκμεταλλευτεί μια ευκαιρία η οποία προφανώς στηριζόταν σε συναλλαγματικούς κινδύνους; Εξάλλου, συνήθως μόνο οι όροι που είναι έγγραφοι μπορούν προδήλως να εξεταστούν και να ληφθούν υπόψη από τα δικαστήρια, ενώ οι προφορικές εξηγήσεις ή προειδοποιήσεις που ενδεχομένως απηύθυνε το προσωπικό της τράπεζας προς το δανειολήπτη να μην αποδεικνύονται ευχερώς. Αναδεικνύεται έτσι ένα παράδοξο: τόσο η τράπεζα όσο και ο μη έχων ειδικές γνώσεις ή ακόμα και ο εντελώς απαίδευτος καταναλωτής να πρέπει να στηρίζονται αποκλειστικά στον έγγραφο τύπο της συμφωνίας. Είναι, όμως αμφίβολο αν ο απαίδευτος καταναλωτής που προσβλέπει σε μια «ευκαιρία» θα διαβάσει και θα κατανοήσει τους όρους μιας τραπεζικής σύμβασης, ακόμα και εάν αυτοί είναι ευκρινώς και με απλά λόγια διατυπωμένοι[52]. Συνεπώς, η προσέγγιση της καταχρηστικότητας επί τη βάσει ορισμένων εκ των προσωπικών χαρακτηριστικών εκάστου καταναλωτή, ιδίως στον τομέα των τραπεζικών συμβάσεων, καθίσταται προβληματική και δεν εισφέρει προς την κατεύθυνση της ασφάλειας δικαίου.

Ενόψει αυτών και αναφορικά με την πλήρωση του κενού μετά τον παραμερισμό της καταχρηστικής ρήτρας, ενδιαφέρον θα παρουσίαζε μια εναλλακτική και δογματικά ορθότερη προσέγγιση της υπόθεσης που εξέτασε το ελληνικό δικαστήριο. Το άρθρο 288 ΑΚ παρέχει την εξουσία στο δικαστή να επέμβει διορθωτικά ή συμπληρωματικά ως προς την ενοχική σχέση, εφόσον διαπιστώσει ότι η εκπλήρωση της παροχής οδηγεί σε προφανή αδικία ή προσκρούει στην καλή πίστη. Πράγματι, η εμμονή στην εκπλήρωση της συμφωνηθείσας παροχής εκτιμάται ως αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές, όταν μεσολαβεί μεταβολή των συνθηκών όπως λ.χ. υποτίμηση του νομίσματος, και επιβάλλεται έτσι η αναπροσαρμογή της παροχής ώστε να αποκατασταθεί η διαταραχθείσα ισορροπία και να αρθεί η επιγενόμενη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών[53]. Ιδίως στις περιπτώσεις των δανείων σε ξένο νόμισμα, αναμφισβήτητο είναι πως το πραγματικό γεγονός της οξύτατης οικονομικής κρίσης και η κατακόρυφη άνοδος της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ (σχεδόν 40%)[54] – ή με άλλα λόγια η ραγδαία υποτίμηση του ευρώ –  συνιστούν τέτοιας σπουδαιότητας μεταβολή των συνθηκών, που μπορεί να υποστηριχθεί ότι καθιστά την εκπλήρωση της παροχής εκ μέρους του δανειολήπτη αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη[55]. Συνεπώς, ενόψει της διορθωτικής λειτουργίας του άρθρου 288 ΑΚ, το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να προσδιορίσει την εκπληρωτέα παροχή (εδώ, το ύψος των καταβολών που πραγματοποιεί ο δανειολήπτης) κατ’ απόκλιση των συμφωνηθέντων και με βάση αντικειμενικά κριτήρια που κατά τις αντιλήψεις κρατούν στις συναλλαγές, ήτοι σύμφωνα με τη συναλλαγματική ισοτιμία που ίσχυε κατά την εκταμίευση του δανείου. Αυτό που επιτυγχάνεται με την ανωτέρω νομική δίοδο, καθώς το αποτέλεσμα στο οποίο καταλήγει ταυτίζεται με την απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, είναι  η αποφυγή του σκοπέλου της εξέτασης του γενικού όρου συναλλαγών καθ’ εαυτόν, ενώ παράλληλα καταλαμβάνει και τις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες ο οφειλέτης έχει ενημερωθεί για την επίμαχη ρήτρα συναλλαγματικής ισοτιμίας από την τράπεζα[56].

Προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι σημαντικοί κίνδυνοι που συνεπάγεται ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα, ο ευρωπαίος νομοθέτης έκρινε πρόσφατα πως είναι απαραίτητη η λήψη μέτρων που εξασφαλίζουν ότι οι καταναλωτές έχουν αφενός επίγνωση του κινδύνου που αναλαμβάνουν, αφετέρου τη δυνατότητα να περιορίσουν την έκθεσή τους στο συναλλαγματικό κίνδυνο καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης. Η οδηγία 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Φεβρουαρίου 2014[57] προβλέπει δύο εναλλακτικούς μηχανισμούς προστασίας: ο κίνδυνος που αναλαμβάνουν οι καταναλωτές  μπορεί να περιοριστεί αποτελεσματικά είτε μέσω της παροχής σε αυτούς δικαιώματος μετατροπής του νομίσματος της πίστωσης, είτε μέσω άλλων ρυθμίσεων, όπως  η καθιέρωση ανώτατων ορίων ή προειδοποιήσεων[58]. Η δυνατότητα μετατροπής του νομίσματος της πίστωσης περιορίζεται, ωστόσο, σε δύο επιλογές, είτε στο νόμισμα στο οποίο ο καταναλωτής λαμβάνει κατά κύριο λόγο το εισόδημά του ή διατηρεί τα περιουσιακά του στοιχεία, είτε στο νόμισμα του κράτους στο οποίο ο καταναλωτής κατοικούσε τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης πίστωσης ή κατοικεί την παρούσα στιγμή. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όταν ένας καταναλωτής έχει λάβει δάνειο σε ξένο νόμισμα, ο πιστωτικός φορέας τον ειδοποιεί σε τακτική βάση τουλάχιστον όταν το ύψος του οφειλόμενου συνολικού ποσού που πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής ή των οφειλόμενων δόσεων παρουσιάζει διακύμανση μεγαλύτερη από 20% σε σχέση με αυτό που θα ήταν εάν ίσχυε η συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ του νομίσματος της σύμβασης και του νομίσματος του κράτους μέλους που ίσχυε τη στιγμή σύναψης της σύμβασης πίστωσης. Ο καταναλωτής ειδοποιείται για τυχόν αύξηση στο συνολικό οφειλόμενο ποσό, για το ενδεχόμενο δικαίωμα μετατροπής του δανείου σε εναλλακτικό νόμισμα και για τις σχετικές προϋποθέσεις και ενημερώνεται για τυχόν άλλους μηχανισμούς που μπορούν να εφαρμοστούν προκειμένου να περιοριστεί ο συναλλαγματικός κίνδυνος στον οποίο εκτίθεται. Τέλος, προβλέπεται ότι τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν περαιτέρω ρυθμίσεις όσον αφορά τα δάνεια σε ξένο νόμισμα, με την προϋπόθεση ότι αυτές οι ρυθμίσεις δεν έχουν αναδρομική ισχύ[59]. Κατ’ άρθρο 42 της οδηγίας 2014/17/ΕΕ, τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν το αργότερο έως την 21η Μαρτίου 2016 τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την οδηγία.  

Η νέα οδηγία θεσπίζει σαφείς και εφαρμόσιμους κανόνες που χαλιναγωγούν τις αθέμιτες πρακτικές και μεθοδεύσεις των δύο πλευρών, θέτοντας όρια και όρους στις συναλλακτικές συμπεριφορές πιστωτικών ιδρυμάτων και καταναλωτών. Προκειμένου να διευκολυνθεί η δημιουργία και η εύρυθμη λειτουργία εσωτερικής αγοράς με υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών στον τομέα των συμβάσεων πίστωσης που αφορούν ακίνητα και να διασφαλιστεί στους καταναλωτές που επιθυμούν να συνάψουν τέτοιες συμβάσεις ότι μπορούν να το πράττουν με τη βεβαιότητα ότι οι φορείς με τους οποίους συναλλάσσονται ενεργούν με επαγγελματισμό και υπευθυνότητα, το νομοθέτημα θεσπίζει ένα επαρκώς εναρμονισμένο ενωσιακό νομικό πλαίσιο για τα στεγαστικά δάνεια και εξειδικεύει την αρχή της διαφάνειας. Αν και οι αρχές και ρυθμίσεις που θεσπίζονται δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστούν ούτε αναδρομικά, ούτε πριν παρέλθει η προθεσμία προσαρμογής[60], μπορούν εντούτοις να αποτελέσουν «πηγή έμπνευσης» των εθνικών δικαστών[61] όταν προσπαθούν να εξειδικεύσουν τις έννοιες της οδηγίας 93/13 για τις καταχρηστικές ρήτρες ή να δώσουν λύση στα αδιέξοδα που εντοπίστηκαν ανωτέρω. Ταυτόχρονα από το συνδυασμό του δικαιοπαραγωγικού πληθωρισμού και της εντατικής νομολογιακής επεξεργασίας αναδύεται σταδιακά ένα σύνολο γενικών αρχών που αφενός διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην πορεία των επόμενων βημάτων εναρμόνισης των εθνικών νομοθεσιών που διέπουν τους συμβατικούς όρους, αφετέρου αναπτύσσουν έναν «αυτόνομο» βίο που τους επιτρέπει να εφαρμόζονται σε περιπτώσεις ρυθμιστικού κενού[62].

Αθ. Τάκης – Δ. Πατσίκας

 

 



[1] Στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι έλαβαν δάνειο σε ελβετικά φράγκα περίπου 65.000 καταναλωτές, βλ. ρεπορτάζ της εφημερίδας «Η Καθημερινή» (φύλλο 24.6.2014) με τίτλο: «Εγκλωβισμένοι 65.000 δανειολήπτες με δάνεια σε ελβετικό φράγκο», δημοσιευμένο και στην ιστοσελίδα της εφημερίδας (http://www.kathimerini.gr/773076/article/oikonomia/ellhnikh-oikonomia/egklwvismenoi-65000--daneiolhptes-me-daneia--se-elvetiko-fragko).

[2] Το ενδεικτικό παράδειγμα δεν λαμβάνει υπόψη την τυχόν διακύμανση του επιτοκίου και χρησιμεύει για να καταδειχθεί με απλό τρόπο το πρόβλημα που ανέκυψε από τη σημαντική μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας.

[3] European Parliament, Swiss decision to discontinue its exchange rate ceiling, 21/1/2015, διαθέσιμο σε http://www.europarl.europa.eu/EPRS/EPRS-AaG-545730-Swiss-decision-exchange-rate-ceiling-FINAL.pdf.

[4] Προτάσεις του ΓΕ Nils Wahl  της 12ης Φεβρουαρίου 2014 στην υπόθεση Árpád Kásler και Hajnalka Káslerné Rábai κατά OTP Jelzálog bank Zrt, C-26/13, σημ. 1 έως 3 και υποσημείωση 3.

[5]Απόφαση του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 30ής Απριλίου 2014, Árpád Kásler και Hajnalka Káslerné Rábai κατά OTP Jelzálog bank Zrt, C-26/13, ECLI:EU:C:2014:282, δημοσιευμένη στα ΧρΙΔ 2014/7-8, σελ. 529.

[6] Απόφαση 23/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (τακτική διαδικασία), δημοσιευμένη στον Αρμενόπουλο 2014/8, σελ. 1301.

[7] ΕΕ L 95, σ. 29.

[8] Κατά το άρθρο 3§1 της οδηγίας ‘’Ρήτρα σύμβασης που δεν απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική όταν παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση’’.

[9] Οι επιχειρήσεις καταρτίζουν εκ των προτέρων τις συμβάσεις και τις επιβάλλουν στον καταναλωτή, χωρίς να παρέχεται σε αυτόν η δυνατότητα να διαπραγματευθεί την κάθε ρήτρα ξεχωριστά. Έτσι, η αρχή της αυτονομίας της βουλήσεως παύει στην πράξη να τηρείται, διότι ο καταναλωτής δεν δύναται να επηρεάσει το περιεχόμενο της συμβάσεως. Η κατάσταση αυτή μπορεί να δικαιολογήσει την επέμβαση του κράτους στη συμβατική ελευθερία των μερών προς διασφάλιση, στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, του δίκαιου χαρακτήρα των συμβάσεων, βλ. και σημ. 39 των Προτάσεων της ΓΕ V. Trstenjak της 29ης Οκτωβρίου 2009 στην υπόθεση Caja de Ahorros y Monte de Piedad de Madrid, C‑484/08 (ECLI:EU:C:2009:682).

[10] Προτάσεις του ΓΕ Nils Wahl  της 12ης Φεβρουαρίου 2014, σημ. 38: ‘’σκοπός της εν λόγω διατάξεως δεν είναι ο καθορισμός του καθ’ ύλην πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 93/13, αλλά αποκλειστικώς o καθορισμός των επιμέρους λεπτομερειών και της εκτάσεως του ουσιαστικού ελέγχου των συμβατικών ρητρών’’ και 3ης Ιουνίου 2010, C‑484/08, Caja de Ahorros y Monte de Piedad de Madrid, ECLI:EU:C:2010:309.

[11] Άρθρο 8: ‘’Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή’’.

[12] Όλως ενδεικτικά, βλ. αποφάσεις του ΔΕΕ της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Fish Legal και Shirley, C‑279/12, EU:C:2013:853, σκ. 42, της 14ης Φεβρουαρίου 2012, C‑204/09, Flachglas Torgau, σκ. 37, 9ης Σεπτεμβρίου 2003, C‑236/01, Monsanto Agricoltura Italia κ.λπ., ECLI:EU:C:2003:431, σκ. 72, όπως επίσης και ad hoc σημ. 68 των προαναφερθεισών Προτάσεων της ΓΕ  V. Trstenjak στην Caja de Ahorros y Monte de Piedad de Madrid.

[13] Βλ. Προτάσεις του ΓΕ, σημ. 48 και τις εκεί παραπομπές.

[14] H. W. Micklitz, N. Reich, ‘'The Court and Sleeping Beauty: The revival of the Unfair Contract Terms Directive (UCTD)΄’, Common Market Law Review, 2014, Issue 3, σελ. 771–808.

[15] Βλ. Προτάσεις του ΓΕ, σημ. 33.

[16] Βλ. Προτάσεις του ΓΕ, σημ. 53.

[17] Σκ. 51: ‘’Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει, λαμβανομένων υπόψη της φύσεως, της όλης οικονομίας και των ρητρών της συγκεκριμένης συμβάσεως δανείου, καθώς και του νομικού και πραγματικού της πλαισίου, αν η σχετική με τις συναλλαγματικές ισοτιμίες των δόσεων του δανείου ρήτρα συνιστά ουσιώδες στοιχείο της παροχής του οφειλέτη, η οποία συνίσταται στην απόδοση του χρηματικού ποσού που του έχει διαθέσει ο δανειστής’’.

[18] Βλ. σχετικά Γ. Δέλλιου, ‘’Η προστασία των καταναλωτών και το σύστημα του ιδιωτικού δικαίου’’, Σάκκουλα 2001, σελ. 385 επ., και τις εκεί παραπομπές, ιδίως υπ’ αρ. 183-185.

[19] Απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Απριλίου 2012, Invitel,  C-472/10, ECLI:EU:C:2012:242, σκ. 23.

[20] Απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Απριλίου 2004, Freiburger Kommunalbauten GmbH,  C-237/02, ECLI:EU: 2004:209, σκ. 22,  της 4ης Ιουνίου 2009, Pannon GSM Zrt., C-243/08, ECLI:EU:C:2009:350, σκ. 42 και της 9ης Νοεμβρίου 2010, C‑137/08, VB Pénzügyi Lízing, ECLI:EU:C:2010:659, σκ. 44.

[21] Απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Μαρτίου 2013, RWE Vertrieb AG κατά Verbraucherzentrale Nordrhein-WestfaleneV, C‑92/11, EU:C:2013:180, σκ. 44.

[22] Βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις του Δικαστηρίου RWE Vertrieb AG, σκ. 49, και Invitel, σκ. 24, 26 και 28.

[23] Σκ. 75 της σχολιαζόμενης απόφασης. Βλέπε τη συγκλίνουσα άποψη του ΓΕ: ‘’[…] εκτιμώ, άνευ προθέσεως να προδικάσω το αποτέλεσμα της εξετάσεως για την οποία είναι αρμόδιος ο εθνικός δικαστής, ότι από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι, από αμιγώς γλωσσικής απόψεως, οι συμβατικοί όροι […] είναι διατυπωμένοι με σαφήνεια. […] Ενώ, όμως, οι εν λόγω όροι δύνανται να χαρακτηρισθούν σαφείς, αμφιβολίες δύνανται να εκφρασθούν περί του κατά πόσον αυτοί είναι στο σύνολό τους κατανοητοί.’’ (σημ. 85 και 86).

[24] C. Leone, "Transparency revisited–on the role of information in the recent case-law of the CJEU." European Review of Contract Law, 2014, σελ. 312-325.

 

[25] Προπαρατεθείσα απόφαση Banco Español de Crédito, σκ. 69.

[26] Αποφάσεις ΔΕΕ της 15ης Μαρτίου 2012, Pereničová και Perenič, C‑453/10, EU:C:2012:144, σκ. 31 και VB Pénzügyi Lízing, ό.π.,  σκ. 47.

[27] Προτάσεις ΓΕ, σημ. 105. Εξετάζοντας τη δυνατότητα εφαρμογής διατάξεων ενδοτικού δικαίου της ουγγρικής νομοθεσίας ο ΓΕ παρατηρεί ότι οι συναλλαγματικές ισοτιμίες που εφαρμόζονταν μέχρι τότε στις συνομολογηθείσες σε ξένο νόμισμα συμβάσεις δανείου θα μπορούσαν να αντικατασταθούν από την επίσημη ισοτιμία που καθορίζεται από την Κεντρική Τράπεζα της Ουγγαρίας  ή από τη μέση συναλλαγματική ισοτιμία που καθορίζεται από τη δανείστρια τράπεζα (υποσημείωση 37 των Προτάσεών του).

[28] Κατά την ημερομηνία της εκταμίευσης, η συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου ανερχόταν σε 1,6583.

[29] Βλ. αναλυτικά για τον υπολογισμό του επιτοκίου βάσει του εκάστοτε LIBOR την ελάσσονα πρόταση της σχολιαζόμενης απόφασης (Αρμ 2014, σελ. 1304).

[30] Βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 8.

[31] Βλ. ιδίως ΟλΑΠ 15/2007, ΔΕΕ 2007.975 και ΟλΑΠ 6/2006, ΔΕΕ 2006.665. 

[32] Βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 11.

[33] Με το άρθρο 10 παρ. 24 στοιχ. β΄ του ν. 2741/1999.

[34] Με το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 3587/2007, που ισχύει.

[35] Το ΠολΠρωτΞάνθης αναλύει τη διαχρονική νομοθετική εξέλιξη και δικαστική ερμηνεία του άρθρου 2§6 του ν. 2251/1994, διότι η καταχρηστικότητα ενός γενικού όρου συναλλαγών κρίνεται πάντα σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού. Βλ. ενδεικτικώς ΑΠ 1332/2012, Αρμ 2013.909.

[36] Βλ. σχετικά Κλ. Ζέζιου, «Το αυτεπάγγελτο ή μη του δικαστικού ελέγχου των ΓΟΣ στις καταναλωτικές συμβάσεις», Αρμ 2012, σελ. 2016 επ. 

[37] Πρβλ. ΟλΑΠ 15/2007, ό.π., ΑΠ 7/2011, ΧρΙΔ 2012.45 και ΑΠ 1001/2010, ΕΕμπΔ 2010.943.

[38] Βλ. τη μείζονα πρόταση της σχολιαζόμενης απόφασης (Αρμ 2014, σελ. 1302): «...η επίκληση του γενικού αξιολογικού κριτηρίου "της διατάραξης της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή" είναι δυνατό να έχει αξία και χρησιμότητα για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και αόριστων αξιολογικών κριτηρίων, που χρησιμοποιεί ο νόμος στις επιμέρους περιπτώσεις του ενδεικτικού καταλόγου. Εξάλλου, και οι περιγραφόμενες από το νόμο ειδικές, κατά αμάχητο τεκμήριο, περιπτώσεις καταχρηστικότητας αποτελούν ενδείκτες, που καθοδηγούν στην ερμηνεία της γενικής ρήτρας και, συγκεκριμένα, της έννοιας της διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας».

[39] ΑΠ 1030/2001, ΔΕΕ 2001.1125.

[40] Βλ. Αρμ 2014, σελ. 1302.

[41] Βλ. Αρμ 2014, σελ. 1305.

[42] Βλ. ΑΠ 1219/2001, ΔΕΕ 2001.1128.

[43] Το συγκεκριμένο ενδεχόμενο εξετάζεται και στην ανωτέρω σχολιαζόμενη απόφαση του ΔΕΕ (σκ. 83-84).

[44] Πιο αναλυτικά για το ζήτημα αυτό, βλ. Κλ. Ζέζιου, ό.π., σελ. 2017.

[45] Βλ. τη σχετική απάντηση του ΔΕΕ στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα που τέθηκε από το ουγγρικό δικαστήριο στην απόφαση της 30ής Απριλίου 2014, παραπάνω υπό ΙΙ.Δ.

[46] Βλ. ΕφΑθ 5101/2011, ΝοΒ 2011.2139.

[47] Πρβλ. συναφώς ΕφΑθ 1471/2013, ΤΝΠ Νόμος.

[48] Άρθρο 806 ΑΚ: «Με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει την υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας».

[49] Βλ. σχετικά Γ. Δέλλιου, ό.π., σελ. 366-371, και τις εκεί παραπομπές.

[50] Βλ. όλως ενδεικτικά τις ΟλΑΠ 15/2007, ό.π. και ΕφΘεσ 312/2010, Αρμ 2011.979.

[51] Η παραπομπή της απόφασης του ΠολΠρΞάνθης στη σκ. 26 της σχολιαζόμενης απόφασης του ΔΕΕ (Αρμ 2014, σελ. 1306) είναι μάλλον ατυχής, κατά το μέτρο που στην προκείμενη σκέψη δεν αναφέρονται παρά οι ενδιάμεσες κρίσεις στις οποίες κατέληξε όχι το Δικαστήριο της Ένωσης αλλά το παραπέμπον ουγγρικό δικαστήριο με βάση το ουγγρικό δίκαιο και τα πραγματικά περιστατικά της ενώπιόν του υπόθεσης. 

[52] Βλ. Τ. Williams, «Empowerment of whom and for what? Financial literacy education and the new regulation of consumer financial services», Law & Policy 29.2 (2007): 226-256 και Μ. Κ. Hogg, G. Howells & D. Milman, "Consumers in the Knowledge-Based Economy (KBE): What creates and/or constitutes consumer vulnerability in the KBE?." Journal of Consumer Policy 30.2 (2007): 151-158.

[53] Βλ. Απ. Γεωργιάδη, Σύντομη Ερμηνεία Αστικού Κώδικα, σελ. 555, με περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία. Επίσης, πρβλ. ΜονΠρωτΘεσσ 6594/2013, Αρμ 2013.1241.

[54] Υπενθυμίζεται ότι η ισοτιμία ελβετικού φράγκου - ευρώ ανερχόταν το 2007 σε 1,65 και το 2012 σε 1,18, βλ. παραπάνω υπό Ι.

[55] Πρβλ. ΑΠ 676/1994, ΝοΒ 1996.825, στην οποία τονίζεται ότι: «Απρόοπτη μεταβολή των περιστατικών στα οποία στηρίχθηκαν τα μέρη μπορεί να αποτελέσει και μόνη η υποτίμηση του νομίσματος, όταν είναι τόσο μεγάλη που ανατρέπει τους υπολογισμούς των μερών κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη».

[56] Υποστηρίζεται στη θεωρία εξάλλου και η προσφυγή στη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ, η οποία αποτελεί ειδικότερη περίπτωση του άρθρου 288 ΑΚ, θέτει όμως πιο αυστηρές αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, όπως η απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών και η ανυπαιτιότητα ως προς τη μη πρόβλεψή της. Βλ. συναφώς Δ. Ρούσση, «Απρόοπτη μεταβολή συνθηκών και διάπλαση ουσιωδών όρων πιστωτικών συμβάσεων», ΧρΙΔ ΙΓ΄/2013, σελ. 494 επ.

[57] Οδηγία 2014/17/ΕΕ σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2013/36/EE και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 ΕΕ L 60 της 28.2.2014, σ. 34 έως 85. Παρότι δεν καθίσταται σαφές από το δυσνόητο τίτλο της (‘’συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα’’), η οδηγία αφορά τα στεγαστικά δάνεια. 

[58] Αιτιολογική σκέψη 30.

[59] Άρθρο 23 της εν λόγω οδηγίας.

[60] Η γενική υποχρέωση που υπέχουν τα εθνικά δικαστήρια να ερμηνεύουν το εσωτερικό δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία υφίσταται μόνον από τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας αυτής στο εσωτερικό δίκαιο, πρόσφατα και όλως ενδεικτικά βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Ιουνίου 2013, VG Wort κατά Kyocera και λοιπών (C-457/11) και Canon Deutschland GmbH (C-458/11), και Fujitsu Technology Solutions GmbH (C-459/11) και Hewlett-Packard GmbH (C-460/11) κατά VG Wort, ECLI:EU:C:2013:426, σκ. 26.

[61] Για την προβληματική της σύμφωνης με την οδηγία ερμηνείας του εθνικού δικαίου προτού παρέλθει η προθεσμία μεταφοράς βλ. Δ. Λέντζη, «Δευτερεύουσες υποχρεώσεις των κρατών μελών διαρκούσης της προθεσμίας για τη μεταφορά οδηγίας στο εθνικό δίκαιο», Αρμ 2008, σελ. 1633 επ.

[62] Y. Adar, P. Sirena, ‘’Principles and Rules in the Emerging European Contract Law: From the PECL to the CESL, and Beyond’’, European Review of Contract Law, 2013, Volume 9, Issue 1, σελ. 1–37.